σαρδονίαση

η, Ν
ξέσπασμα σε νευρικό γέλιο, που οφείλεται σε παθολογικά αίτια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαρδόνιος + κατάλ. -ίαση, που απαντά σε ονόματα ασθενειών].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.